Πώς
τα παιδιά αντιλαμβάνονται και
‘διαβάζουν’ τις εικόνες των παιδικών βιβλίων;
Διαλέγουμε
βιβλία με εικόνες ή χωρίς εικόνες;
Οι εικόνες ως ένα εποπτικό μέσο, μεταδίδουν
πληροφορίες που δεν θα ήταν δυνατόν να αντιληφθεί ο αρχάριος ακροατής και
αναγνώστης μόνο με φράσεις όπως «αυτό είναι ένα πρόβατο». Τα πολύ μικρά παιδιά που ακούνε για πρώτη
φορά τη λέξη πρόβατο μπορούν πολύ πιο εύκολα να μάθουν τι είναι αυτό το πρόβατο,
απλώς παρατηρώντας μια συνοδευτική εικόνα.
Επίσης, ένα παιδί που μαθαίνει να διαβάζει, παρατηρώντας την εικόνα,
μπορεί να βοηθηθεί ώστε να αποκωδικοποιήσει τα γράμματα της λέξης. Οι εικόνες αποσαφηνίζουν άμεσα ένα κείμενο,
γι’ αυτό και υπάρχει τέτοια ποικιλία εικονογραφημένων για τα παιδιά, όπως
εικονογραφημένα βιβλία για αρχάριους αναγνώστες (easy – to – read books), εικονογραφημένα βιβλία
αριθμητικής, αλφαβητάρια κ.α. Η
ικανότητα αυτή των εικόνων να αποσαφηνίζουν άμεσα τα κείμενα, συχνά
παρουσιάζεται και ως ο βασικός λόγος ύπαρξης όλων των εικονογραφημένων
βιβλίων.
Οι εικόνες λοιπόν μπορούν να
μεταδώσουν πληροφορίες άμεσα και να γίνουν κατανοητές δίχως ιδιαίτερη
προσπάθεια από πολύ μικρά παιδιά. Είναι
γεγονός ότι οι εικόνες επικοινωνούν πιο καθολικά και άμεσα από τις λέξεις κι
ότι οι καλές εικόνες μπορούν να προσφέρουν τόση απόλαυση όση και οι προσεκτικά
επιλεγμένες λέξεις. Η διαδικασία κατανόησης των εικόνων μάλλον είναι
περισσότερο ζήτημα αναγνώρισης της ομοιότητάς τους με αντικείμενα του
πραγματικού κόσμου, παρά εξοικείωσης με έναν αυθαίρετο κώδικα. Ακόμη και τα πολύ μικρά παιδιά μπορούν να
ερμηνεύσουν οπτικές εικόνες, δίχως να έχουν ποτέ διδαχθεί τον τρόπο ερμηνείας
τους. Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι
πρέπει να υπάρχει στον άνθρωπο κάποια έμφυτη ικανότητα αναγνώρισης των
εικόνων.
Σύμφωνα με τον J., M., Kennedy (όπ.
ανάφ. στο P.
Nodelman,
2009): «δεν υπάρχει πλέον η παραμικρή αμφιβολία ότι είναι λάθος να πιστεύουμε
πως η ικανότητα αναγνώρισης εικόνων προϋποθέτει εκπαίδευση στις συμβάσεις της
αναπαράστασης». Σύμφωνα με τον Mc Luhan (όπ.
ανάφ. στο P.
Nodelman,
2009), σχετικά με τον τρόπο αντίληψης μιας εικόνας, βασικός παράγοντας είναι η
εγγραμματοσύνη. Λέει χαρακτηριστικά ότι: «ο εγγραμματισμός δίνει στους
ανθρώπους τη δυνατότητα να εστιάζουν λίγο πιο μπροστά από μια εικόνα, έτσι ώστε
να προσλαμβάνουν μια εικόνα ή μια αναπαράσταση στην ολότητά της με μια
ματιά». Οι μη εγγράμματοι δεν έχουν
αποκτήσει αυτή την συνήθεια και μάλλον ‘σαρώνουν’ τα αντικείμενα και τις
εικόνες όπως οι εγγράμματοι ‘σαρώνουν’ μια τυπωμένη σελίδα κομμάτι
κομμάτι. Άρα, οι μη εγγράμματοι δεν
έχουν ένα αποστασιοποιημένο σημείο θέασης.
Αυτός ο τρόπος διαπιστώνεται και στα μικρά, μη εγγράμματα παιδιά τα
οποία δεν έχουν πολλές εμπειρίες με βιβλία και σαρώνουν εικόνες, εστιάζοντας σε
σημεία που θεωρούνται ασήμαντες λεπτομέρειες.
Επίσης, η Evelyn
Goldsmith
(όπ.
ανάφ. στο P.
Nodelman,
2009), συμφωνεί με τον Mc
Luhan,
αναφέροντας ότι η έρευνα καταδεικνύει «την τάση των μικρών παιδιών να εμμένουν
σε λεπτομέρειες της εικόνας εις βάρος του όλου».
Οι γνωστικοί ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι η
πρόσληψη της εικόνας γίνεται στον εγκέφαλο κι όχι στα μάτια, κι ότι οι
πληροφορίες που προσλαμβάνουν τα αισθητήρια όργανά μας γίνονται κατανοητές μόνο
όταν τις ερμηνεύσουμε με βάση τις προηγούμενες εμπειρίες μας. Για τον Urlic Neisser (όπ.
ανάφ. στο P.
Nodelman,
2009), η ακρόαση, η αφή και η όραση προϋποθέτουν δεξιότητες που προκύπτουν με
την πάροδο του χρόνου. «Όλες εξαρτώνται
από προϋπάρχουσες δομές… που ονομάζονται γνωστικά σχήματα, τα οποία κατευθύνουν
την αισθητηριακή δραστηριότητα και διαφοροποιούνται καθώς αυτή συμβαίνει». Με πιο απλά λόγια το μάτι προσλαμβάνει
εικόνες χωρίς νόημα και ο εγκέφαλος τις αντιστοιχεί με τις κατηγορίες που έχει
ήδη σχηματίσει. Παραδείγματος χάριν,
κοιτάζοντας ένα δέντρο, το αναγνωρίζουμε ως δέντρο, διότι έχουμε την κατηγορία
«δέντρα», με την οποία συγκρίνουμε και επεξηγούμε την αισθητηριακή πληροφορία.

Σύμφωνα με τους MacCann & Richard (όπ.
ανάφ. στο P.
Nodelman,
2009), τα μάτια των παιδιών, περισσότερο από των ενηλίκων, βλέπουν τη δήλωση
του εικονογράφου στην ολότητά της, διότι ως ανεκπαίδευτα, αγνοούν το ύφος και
την μόδα κι έτσι προσλαμβάνουν όλα όσα έχει να προσφέρει η σελίδα.
Βέβαια, είναι γεγονός ότι το ανεκπαίδευτο και
«αθώο» μάτι βλέπει πολύ λιγότερα από το έμπειρο μάτι, αφού δεν γνωρίζει τις
σημασίες που προέρχονται από το περιεχόμενο με συνέπεια να μην μπορεί τελικά να
αντιληφθεί όλα όσα έχει να προσφέρει η σελίδα.
Σαφώς, μερικά παιδιά μπορεί όντως να βλέπουν
τις εικόνες με αυτό τον τρόπο, αλλά σίγουρα δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Οι εικόνες λόγω της ίδιας τους της φύσης αλλά
και του σκοπού τους, προσανατολίζονται σε νοηματικά στοιχεία (P. Nodelman, 2009). Οι εικόνες λοιπόν για να γίνουν κατανοητές,
προϋποθέτουν αναγνώστες που να είναι γνώστες κάποιων προϋποθέσεων και κάποιων
συμφραζομένων.
Έτσι, τα μικρά παιδιά προκαλούνται κατά την
ανάγνωση των εικόνων στην εκμάθηση της ιδιαίτερης γλώσσας, δηλ. των «σημάτων»
που χρησιμοποιούν οι εικονογράφοι με τον δικό τους ιδιαίτερο επικοινωνιακό
τρόπο, ώστε να εγκλωβίζουν μέσα σ’ αυτά τα σήματα τις ιδέες τους. Η γλώσσα αυτή είναι αναπαραστατική και
ταυτόχρονα συμβολική κι ο αναγνώστης της πρέπει να μυηθεί σιγά – σιγά στον
οπτικό τρόπο γραφής ώστε να γίνει ικανός να αποκωδικοποιεί εικονικά σύμβολα και
μηνύματα, για να αποκαλύψει την κρυμμένη ιδεολογία της. Η διαδικασία εκμάθησης αυτής της γλώσσας
αρχίζει από την προσχολική ηλικία (Μ.Δ. Κανατσούλη, 2004). Παραδείγματος χάριν, οι λέξεις σε ένα
εικονογραφημένο βιβλίο αποτελούν από μόνες τους οπτικά σύμβολα, που ένα παιδί
το οποίο δεν γνωρίζει ακόμη να διαβάζει, πρέπει να μάθει ότι αυτά τα σημάδια δηλ.
οι λέξεις σε μια σελίδα πρέπει να αντιμετωπίζονται ξεχωριστά από τα άλλα
σημάδια και εικόνες (P.
Nodelman,
2009). Συνήθως, τα πρώτα εικονογραφημένα
βιβλία για παιδιά προσχολικής ηλικίας, εξοικειώνουν το παιδί με ορισμένα βασικά
στοιχεία, ώστε να μπορεί να κατανοεί και να παρακολουθεί την εξέλιξη μιας
ιστορίας που αποδίδεται με εικόνες, λ.χ. το παιδί γνωρίζει πρώτα απ’ όλα μια
βασική αρχή που σε γενικές γραμμές ισχύει στις εικονογραφήσεις των παιδικών
βιβλίων όπως ότι τα ζώα ναι μεν διατηρούν τα δικά τους εξωτερικά
χαρακτηριστικά, αλλά συμπεριφέρονται ως άνθρωποι, είναι δηλαδή
ανθρωπομορφικά. Καθώς μεγαλώνει ο
αναγνώστης – παιδί διευρύνει τις ικανότητές του να παρατηρεί και να συλλέγει
πληροφορίες από την ανάγνωση μιας εικονογραφημένης ιστορίας. Πλέον ο εικονογράφος στοχεύει στο να παρασύρει
το παιδί σε μια πιο εξιχνιαστική και ερευνητική ανάγνωση της εικόνας που εκ των
πραγμάτων είναι πιο δύσκολη (Μ.Δ. Κανατσούλη, 2004).
Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι μιλάμε
για ανάγνωση των εικόνων, επειδή οι εικόνες των εικονογραφημένων βιβλίων καταλαμβάνουν
τον μεγαλύτερο χώρο και φέρουν την ευθύνη της μετάδοσης των περισσότερων
πληροφοριών. Κι αυτό συμβαίνει διότι τα
κείμενα είναι τόσο απλά ώστε θεωρούνται ουδέτερα τόνου, διηγούνται γεγονότα και
καταστάσεις δίχως καμία σχεδόν αναφορά στα συναισθήματα των εμπλεκόμενων
χαρακτήρων.

Συνοψίζοντας, οι γονείς, οι
παιδαγωγοί και τα άτομα φροντίδας των παιδιών θα πρέπει να έχουν υπόψη πως η
εικόνα και το κείμενο στα εικονογραφημένα βιβλία θα πρέπει να ανταποκρίνονται
στο επίπεδο αντίληψης της ηλικίας των παιδιών που απευθύνονται. Έτσι, τα μικρά
παιδιά προκαλούνται κατά την ανάγνωση των εικόνων στην εκμάθηση της ιδιαίτερης
γλώσσας, δηλ. των «σημάτων» που χρησιμοποιούν οι εικονογράφοι με τον δικό τους
ιδιαίτερο επικοινωνιακό τρόπο, ώστε να εγκλωβίζουν μέσα σ’ αυτά τα σήματα τις
ιδέες τους και τα ηθικά διδάγματα τα οποία θα αποτελέσουν τροφή για σκέψη και
προβληματισμό. Επίσης, ότι ο ρόλος της εικόνας είναι εφάμιλλος αν όχι
σπουδαιότερος του κειμένου στα παιδικά εικονογραφημένα βιβλία προσχολικής
ηλικίας.
Πηγές:
Κανατσούλη,
Μ.Δ. (2004). Ιδεολογικές Διαστάσεις Της
Παιδικής Λογοτεχνίας, Αθήνα: Τυπωθήτω Δαρδάνος.
Nodelman, Ρ. (2009). Λέξεις για εικόνες, Η αφηγηματική τέχνη του
παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου, μτφρ. Π. Πάνου, Αθήνα: Εκδ. Πατάκη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου