Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

Η βιβλιοφάγος κάμπια


Η βιβλιοφάγος κάμπια δεν είναι μια συνηθισμένη κάμπια, όπως όλες οι άλλες, καθώς, πριν φάει τα βιβλία, τα διαβάζει πρώτα. Αυτή της η συμπεριφορά θα προκαλέσει το ενδιαφέρον και όχι μόνο… όλου του χωριού. Θα σχολιαστεί, θα χλευαστεί, και θα απομονωθεί για τη φιλομάθειά της. Τελικά, θα βρει το κουράγιο και τη δύναμη να αντιμετωπίσει όλο αυτόν τον ψυχολογικό πόλεμο που υφίσταται από τις άλλες κάμπιες;






Πρόκειται για ένα θεραπευτικό παραμύθι που διαπραγματεύεται τη ζήλεια, τον φθόνο, την κακία,  την κοινωνική απομόνωση, τις διαπροσωπικές και φιλικές σχέσεις αλλά και τη διαφορετικότητα, τη φιλομάθεια και την πίστη στον εαυτό αλλά και στις προσωπικές επιλογές. Οι επιλογές που έκανε η βιβλιοφάγος κάμπια δεν ήταν εύκολες, καθώς απαιτούσαν μόχθο και κόπο. Πολλές φορές όταν οι άλλοι δεν μπορούν να κοπιάσουν το ίδιο, εκδηλώνουν τη ζήλεια τους, κατηγορώντας αυτόν που μοχθεί… 


Τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από το παραμύθι ότι η διαφορετικότητα ακόμη και όταν σχετίζεται με κάτι θετικό δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη από τους άλλους. Τέτοιου είδους συμπεριφορές συναντάμε πολύ συχνά σήμερα στα σχολεία, με τη μορφή του εκφοβισμού (bullying). Βλέπουμε, π.χ. ότι οι καλοί μαθητές αποκαλούνται με μειωτικούς όρους και επίθετα, όπως σπασικλάκια, φυτά, κ.α. Το μήνυμα όμως του παραμυθιού είναι ελπιδοφόρο: Άσε τους άλλους να λένε και επικεντρώσου στον εαυτό σου, στους στόχους και στα όνειρά σου. Και τότε… αργά ή γρήγορα θα ανταμειφθείς.  


Συγγραφέας και αφηγητής: Κουραβάνας Νίκος, Πολιτισμιολόγος, MSc.

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2019

Η σημασία της ηλικίας για τη νοητική πρόσληψη των εικονογραφημένων βιβλίων


Η εικόνα και το κείμενο στα εικονογραφημένα βιβλία θα πρέπει να ανταποκρίνονται στην αντιληπτικότητα της ηλικίας στην οποία απευθύνονται (Βικάλη – Συρογιαννοπούλου, 1990, όπ. ανάφ. στο Ε. Κανταρτζή, 2002).

Κάποιοι μελετητές, όπως οι Sulla, Burt & Worf θεώρησαν ότι η πορεία της εικαστικής έκφρασης περνάει από διάφορα στάδια. Σύμφωνα με τον Luquet (όπ. ανάφ. στο Ε. Κανταρτζή, 2002), αυτά τα στάδια είναι τα εξής:

1) το στάδιο του «τυχαίου ρεαλισμού» στο οποίο τα παιδιά 2 – 4 χρόνων, απλώς μουτζουρώνουν, δείχνοντας κάποιο ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα. 

2) Το στάδιο του «ελλιπούς ρεαλισμού στο οποίο τα παιδιά 4 – 6 χρόνων, προσπαθούν να αναπαράγουν την εικόνα, εφόσον έχουν ανακαλύψει τη σχέση εικόνας και αντικειμένου, και έχοντας ως αγαπημένο μοτίβο το ανθρώπινο σχήμα.

 3) Το στάδιο του «διανοητικού ρεαλισμού», στο οποίο τα παιδιά 7 – 8 χρόνων παριστάνουν όχι αυτά που βλέπουν, αλλά ό,τι θυμούνται και όλα όσα γνωρίζουν γι’ αυτά, π.χ. ζωγραφίζουν το ανθρώπινο προφίλ με δυο μάτια, το σπίτι σαν να είναι διάφανο κτλ. 

4) Το στάδιο του «οπτικού ρεαλισμού», στο οποίο τα παιδιά 9 – 10 χρόνων ζωγραφίζουν τείνοντας να μιμηθούν τη ζωγραφική των ενηλίκων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του Γ. Δ. Κιτσαρά (1993), ο οποίος αναφέρει ότι η παιδική ηλικία θα μπορούσε να διαιρεθεί σε δυο περιόδους, οι οποίες έχουν άμεση σχέση με την αναλογία εικόνας και κειμένου στα εικονογραφημένα βιβλία.  Η πρώτη περίοδος καλύπτει την ηλικία των 3 – 3 ½ έως 7 χρόνων, η οποία καλείται ως «ηδονοκρατική» περίοδος.  Η περίοδος αυτή υποδιαιρείται σε προσχολική και πρωτοσχολική, όπου οι συμβολιστικοί μηχανισμοί βρίσκονται στο στάδιο της εξέλιξης.  Σε αυτή την ηλικία, το παιδί ελάχιστα ενδιαφέρεται για το κείμενο και τον λόγο και δίνει μεγαλύτερη προσοχή στα οπτικά – εικαστικά σύμβολα, τα οποία όταν είναι ποιοτικά, ανταποκρίνονται στην αντιληπτική του ικανότητα και κυριαρχούν τα ζεστά και φωτεινά χρώματα, τα οποία σαγηνεύουν το παιδί.

Η δεύτερη περίοδος καλύπτει την ηλικία των 7 – 14 χρόνων, η οποία καλείται και ως «λυτρωτική» περίοδος.  Σε αυτή την περίοδο το παιδί επιζητεί όλο και περισσότερο κείμενο, χωρίς να το αφήνει αδιάφορο και η εικονογράφηση.  Αξίζει να έχουμε κατά νου ότι η σχέση εικόνας – κειμένου στο εικονογραφημένο βιβλίο είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας του παιδιού (Γ. Δ. Κιτσαράς, 1993).

Τα παραπάνω, λοιπόν, εξηγούν ότι ο τρόπος που τα παιδιά αντιλαμβάνονται τις εικόνες και το κείμενο διαφέρει και εξαρτάται από την ηλικία και γι’ αυτό είναι σημαντικό εμείς οι γονείς ή οι εκπαιδευτικοί κ.τ.λ. να διακρίνουμε τα βιβλία που θέλουμε να προσφέρουμε στα παιδιά ανάλογα με την ηλικία τους, δίχως βέβαια αυτό να γίνεται με απόλυτο, επιτακτικό ή περιοριστικό τρόπο. Δεν πρέπει λόγου χάρη να μαλώνουμε ένα παιδί που επιθυμεί να ξεφυλλίσει το βιβλίο που ανήκει στο μεγαλύτερης ηλικίας αδελφάκι του, αλλά με χαμόγελο και με ένα ευχάριστο τρόπο μπορούμε να καθοδηγούμε το παιδί προς τα πιο κατάλληλα για την ηλικία του βιβλία.

Πηγές: 
Ε., Κανταρτζή, 2002, Ιστορική Αναδρομή Της Εικονογράφησης Των Παιδικών Και Σχολικών Βιβλίων, Αθήνα, Εκδ. Οίκος Αδελφών Κυριακίδη.

Γ., Δ., Κιτσαράς, 1993, Το εικονογραφημένο Βιβλίο Στη Νηπιακή Και Πρωτοσχολική Ηλικία, Μία θεωρητική Και Εμπειρική Προσέγγιση, Αθήνα, Εκδ. Παπαζήση.

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Ο ρόλος του χρώματος, στα παιδικά εικονογραφημένα βιβλία…


Διαλέγουμε βιβλία για παιδιά με ασπρόμαυρη ή έγχρωμη εικονογράφηση;

Είναι γεγονός ότι η κυρίαρχη απόχρωση στο σύνολο της εικονογράφησης ενός βιβλίου μπορεί να προκαταλάβει συγκινησιακά τον αναγνώστη, πόσο μάλλον τα μικρά παιδιά.  Οι συμβολισμοί των χρωμάτων επιδρούν στο υποσυνείδητο των αναγνωστών. Όταν λ.χ. η συνολική ατμόσφαιρα ενός βιβλίου είναι μπλε, τότε ο αναγνώστης υποβάλλεται σε μια πιο μελαγχολική διάθεση, επίσης το κόκκινο προσφέρει ζεστασιά, το πράσινο φέρνει ιδέες περί γονιμότητας.  Βέβαια, συνήθως οι εικονογράφοι για κάθε εικόνα χρησιμοποιούν και διαφορετικό χρώμα, επιχειρώντας να δείξουν με αυτό τον τρόπο τη διαδοχική αλλαγή διάθεσης των εμπλεκομένων χαρακτήρων.  Πολλοί εικονογράφοι όπως ο Van Allsburg, προτιμούν την ασπρόμαυρη εικονογράφηση, η οποία θεωρείται ότι προσδίδει περισσότερη αντικειμενικότητα στα απεικονιζόμενα γεγονότα (Μ.Δ. Κανατσούλη, 2004). Τα πράσινα, καφέ, ασθενικά κίτρινα και γκρι, δημιουργούν μία παράξενη μυστηριακή διάθεση.  Η αντίληψη λοιπόν του χρώματος έχει άμεση αισθητηριακή επίδραση.  Η Julia Kristeva (όπ. ανάφ. στο P. Nodelman, 2009) αναφέρει ότι το χρώμα στις εικαστικές τέχνες δεν εκφράζει μόνο συμβατικές έννοιες, π.χ. μπλε, όπως το μπλε του ουρανού, αλλά απευθύνεται στο υποσυνείδητο, άρα το χρώμα παραβιάζει μία πολιτιστικά κωδικοποιημένη εικονογραφική δομή.  Τα χρώματα προκαλούν ικανοποίηση ή ανησυχία, αφού εκφράζουν θέματα πέρα από νοήματα ή προθέσεις.  Αυτή η ταυτόχρονη επικοινωνία καταφέρνει να προκαλέσει συγκεκριμένα συναισθήματα και στάσεις φορτίζοντας τους θεατές συναισθηματικά και με μεγαλύτερη ακρίβεια από κάθε άλλη πτυχή των εικόνων (P. Nodelman, 2009).

Ένα άλλο εξίσου καλό παράδειγμα για τον τρόπο που οι προγενέστερες εμπειρίες μας επηρεάζουν τις προσδοκίες μας είναι λ.χ. το να αναμένουμε ποιοτικότερη λογοτεχνία από βιβλία με σκληρό, ανάγλυφο και μονόχρωμο εξώφυλλο, ενώ αναμένουμε πιο συνηθισμένο περιεχόμενο από βιβλία με έντονα χρωματιστά και πλαστικοποιημένα εξώφυλλα.  Δηλαδή, με άλλα λόγια ανταποκρινόμαστε διαφορετικά στην ίδια ιστορία αναλόγως με το αν τη συναντούμε σε βιβλία με διαφορετικούς σχεδιασμούς και τύπους. Το σκληρό εξώφυλλο παραπέμπει σε σοβαρό κι αξιοσέβαστο περιεχόμενο, ενώ το μαλακό εξώφυλλο παραπέμπει συχνά σε πιο φιλικό περιεχόμενο αλλά σε βιβλίο μιας χρήσης.

Και το μέγεθος ενός βιβλίου προϊδεάζει για το περιεχόμενο και το ύφος μιας ιστορίας.  Στα μεγαλύτερα βιβλία μπορούν να χρησιμοποιηθούν πιο εντυπωσιακές τεχνικές, ενώ στα μικρότερα βιβλία ο εικονογράφος περιορίζεται από φόβο μη φανούν βαρυφορτωμένα.  Στα μικρότερα βιβλία ο αναγνώστης προσδοκά γοητεία και λεπτότητα και τη βρίσκει ακόμη κι αν δεν υπάρχει.  Στα μεγάλα βιβλία ο αναγνώστης προσδοκά ζωηράδα και επίσης την βρίσκει ακόμη κι αν δεν υπάρχει.  Τα πιο μεγάλα και τα πιο μικρά από τα εικονογραφημένα βιβλία είναι συχνά απλούστερα σε περιεχόμενο και σε στυλ κι ο αναγνώστης τα προσεγγίζει προσδοκώντας απλότητα και παιδικότητα.  Τα μεσαίου μεγέθους βιβλία είναι συχνά πιο εκλεπτυσμένα και σύνθετα.

Εκτός από τα παραπάνω, εξίσου σημαντική είναι και η επίδραση του σχήματος του βιβλίου. Το πρόσθετο πλάτος των πλατύτερων βιβλίων δίνει την ευκαιρία στους εικονογράφους να συμπληρώσουν το πρόσθετο διάστημα γύρω από τους ανθρώπους που ζωγραφίζουν με πληροφορίες για το περιβάλλον στο οποίο λαμβάνει χώρα η ιστορία. Οι λεπτομέρειες στο φόντο μας δίνουν πολλές πληροφορίες για τους χαρακτήρες των εικόνων.  Στον αντίποδα βρίσκονται τα στενότερα βιβλία που όπως είναι φυσικό προσφέρουν «μικρότερη ευχέρεια απεικόνισης του σκηνικού και κατά συνέπεια, μεγαλύτερη εστίαση στους χαρακτήρες και στην προώθηση του αισθήματος ταύτισης με αυτούς» (P. Nodelman, 2009).


Μια ακόμη σημαντική πτυχή των εικονογραφημένων βιβλίων που επηρεάζει τη στάση μας απέναντι στα γεγονότα που απεικονίζονται στις εικόνες, είναι η ποιότητα του τυπογραφικού χαρτιού.  Λόγου χάρη, το γυαλιστερό χαρτί προσδίδει μεν στα χρώματα αστραφτερή καθαρότητα, αλλά δημιουργεί απόσταση, διότι η γενική γυαλάδα που δημιουργείται προσελκύει την προσοχή στην επιφάνεια των εικόνων αποτρέποντας την εστίαση σε συγκεκριμένα αντικείμενα.  Ένα άλλο χαρακτηριστικό των εικονογραφημένων βιβλίων που είναι τυπωμένα σε γυαλιστερό χαρτί είναι ότι υπονοούν κάποια ηρεμία ή τουλάχιστον ακινησία.

Σαφώς υπάρχουν και άλλες συμβάσεις τις οποίες χρησιμοποιούν οι εικονογράφοι για να μεταδώσουν τα μηνύματα και την ιδεολογία τους, αλλά δεν θα επεκταθούμε περεταίρω, διότι κρίνεται ότι τα παραπάνω στοιχεία μας δίνουν μια ικανοποιητική εικόνα ώστε να κατανοήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο φαίνονται τα πράγματα, μεταδίδει σε μεγάλο βαθμό αυτό που σημαίνουν.  Με λόγια απλά, τα εικονογραφημένα βιβλία εκφράζουν την υπόθεσή μας για τις μεταφορικές σχέσεις μεταξύ εμφάνισης και σημασίας (P. Nodelman, 2009).

Συνεπώς, ο ρόλος του χρώματος είναι αξιοσημείωτος και επηρεάζει τόσο τη σκέψη, όσο και τον συναισθηματικό κόσμο των παιδιών μεταδίδοντας ευκολότερα τα μηνύματα που εμπεριέχονται στα βιβλία.


Πηγές: 
Κανατσούλη, Μ.Δ. (2004). Ιδεολογικές Διαστάσεις Της Παιδικής Λογοτεχνίας, Αθήνα: Τυπωθήτω Δαρδάνος.
Nodelman, Ρ. (2009). Λέξεις για εικόνες, Η αφηγηματική τέχνη του παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου, μτφρ. Π. Πάνου, Αθήνα: Εκδ. Πατάκη.



Η σημασία της εικόνας στα παιδικά βιβλία



Πώς τα παιδιά  αντιλαμβάνονται και ‘διαβάζουν’ τις εικόνες των παιδικών βιβλίων;
Διαλέγουμε βιβλία με εικόνες ή χωρίς εικόνες;


Οι εικόνες ως ένα εποπτικό μέσο, μεταδίδουν πληροφορίες που δεν θα ήταν δυνατόν να αντιληφθεί ο αρχάριος ακροατής και αναγνώστης μόνο με φράσεις όπως «αυτό είναι ένα πρόβατο».  Τα πολύ μικρά παιδιά που ακούνε για πρώτη φορά τη λέξη πρόβατο μπορούν πολύ πιο εύκολα να μάθουν τι είναι αυτό το πρόβατο, απλώς παρατηρώντας μια συνοδευτική εικόνα.  Επίσης, ένα παιδί που μαθαίνει να διαβάζει, παρατηρώντας την εικόνα, μπορεί να βοηθηθεί ώστε να αποκωδικοποιήσει τα γράμματα της λέξης.  Οι εικόνες αποσαφηνίζουν άμεσα ένα κείμενο, γι’ αυτό και υπάρχει τέτοια ποικιλία εικονογραφημένων για τα παιδιά, όπως εικονογραφημένα βιβλία για αρχάριους αναγνώστες (easytoread books), εικονογραφημένα βιβλία αριθμητικής, αλφαβητάρια κ.α.  Η ικανότητα αυτή των εικόνων να αποσαφηνίζουν άμεσα τα κείμενα, συχνά παρουσιάζεται και ως ο βασικός λόγος ύπαρξης όλων των εικονογραφημένων βιβλίων.  

Οι εικόνες λοιπόν μπορούν να μεταδώσουν πληροφορίες άμεσα και να γίνουν κατανοητές δίχως ιδιαίτερη προσπάθεια από πολύ μικρά παιδιά.  Είναι γεγονός ότι οι εικόνες επικοινωνούν πιο καθολικά και άμεσα από τις λέξεις κι ότι οι καλές εικόνες μπορούν να προσφέρουν τόση απόλαυση όση και οι προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις. Η διαδικασία κατανόησης των εικόνων μάλλον είναι περισσότερο ζήτημα αναγνώρισης της ομοιότητάς τους με αντικείμενα του πραγματικού κόσμου, παρά εξοικείωσης με έναν αυθαίρετο κώδικα.  Ακόμη και τα πολύ μικρά παιδιά μπορούν να ερμηνεύσουν οπτικές εικόνες, δίχως να έχουν ποτέ διδαχθεί τον τρόπο ερμηνείας τους.  Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να υπάρχει στον άνθρωπο κάποια έμφυτη ικανότητα αναγνώρισης των εικόνων.  

Σύμφωνα με τον J., M., Kennedy (όπ. ανάφ. στο P. Nodelman, 2009): «δεν υπάρχει πλέον η παραμικρή αμφιβολία ότι είναι λάθος να πιστεύουμε πως η ικανότητα αναγνώρισης εικόνων προϋποθέτει εκπαίδευση στις συμβάσεις της αναπαράστασης».  Σύμφωνα με τον Mc Luhan (όπ. ανάφ. στο P. Nodelman, 2009), σχετικά με τον τρόπο αντίληψης μιας εικόνας, βασικός παράγοντας είναι η εγγραμματοσύνη. Λέει χαρακτηριστικά ότι: «ο εγγραμματισμός δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να εστιάζουν λίγο πιο μπροστά από μια εικόνα, έτσι ώστε να προσλαμβάνουν μια εικόνα ή μια αναπαράσταση στην ολότητά της με μια ματιά».  Οι μη εγγράμματοι δεν έχουν αποκτήσει αυτή την συνήθεια και μάλλον ‘σαρώνουν’ τα αντικείμενα και τις εικόνες όπως οι εγγράμματοι ‘σαρώνουν’ μια τυπωμένη σελίδα κομμάτι κομμάτι.  Άρα, οι μη εγγράμματοι δεν έχουν ένα αποστασιοποιημένο σημείο θέασης.  Αυτός ο τρόπος διαπιστώνεται και στα μικρά, μη εγγράμματα παιδιά τα οποία δεν έχουν πολλές εμπειρίες με βιβλία και σαρώνουν εικόνες, εστιάζοντας σε σημεία που θεωρούνται ασήμαντες λεπτομέρειες.  Επίσης, η Evelyn Goldsmith (όπ. ανάφ. στο P. Nodelman, 2009), συμφωνεί με τον Mc Luhan, αναφέροντας ότι η έρευνα καταδεικνύει «την τάση των μικρών παιδιών να εμμένουν σε λεπτομέρειες της εικόνας εις βάρος του όλου».

Οι γνωστικοί ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι η πρόσληψη της εικόνας γίνεται στον εγκέφαλο κι όχι στα μάτια, κι ότι οι πληροφορίες που προσλαμβάνουν τα αισθητήρια όργανά μας γίνονται κατανοητές μόνο όταν τις ερμηνεύσουμε με βάση τις προηγούμενες εμπειρίες μας.  Για τον Urlic Neisser (όπ. ανάφ. στο P. Nodelman, 2009), η ακρόαση, η αφή και η όραση προϋποθέτουν δεξιότητες που προκύπτουν με την πάροδο του χρόνου.  «Όλες εξαρτώνται από προϋπάρχουσες δομές… που ονομάζονται γνωστικά σχήματα, τα οποία κατευθύνουν την αισθητηριακή δραστηριότητα και διαφοροποιούνται καθώς αυτή συμβαίνει».  Με πιο απλά λόγια το μάτι προσλαμβάνει εικόνες χωρίς νόημα και ο εγκέφαλος τις αντιστοιχεί με τις κατηγορίες που έχει ήδη σχηματίσει.  Παραδείγματος χάριν, κοιτάζοντας ένα δέντρο, το αναγνωρίζουμε ως δέντρο, διότι έχουμε την κατηγορία «δέντρα», με την οποία συγκρίνουμε και επεξηγούμε την αισθητηριακή πληροφορία.

Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι όλες οι εικόνες απαιτούν κάποια ερμηνεία, κι αυτό διότι καμία εικόνα δεν περιέχει όλες τις οπτικές πληροφορίες που μπορούν να μεταδοθούν από τα πραγματικά αντικείμενα που απεικονίζουν.  Είναι λογικό, ότι οι εικονογράφοι δεν μπορούν να απεικονίσουν όλα όσα βλέπουν, αφού δεν γίνεται εκ των πραγμάτων να χωρέσουν στο χαρτί, παρά μόνο συγκεκριμένες πινελιές περιορίζοντας έτσι την απόδοση της πραγματικότητας με λεπτομέρειες.  Είναι φυσικό λοιπόν να σκεφτούμε ότι οι εικονογράφοι κάνουν τις επιλογές τους για το τι θα απεικονίσουν, βασιζόμενοι σε προϋπάρχοντες κώδικες και συμβάσεις «που αποδίδουν διαβαθμισμένη αξία στις διάφορες όψεις του κόσμου και που αποτελούν την γλώσσα της τέχνης, όπως την αντιλαμβάνονται»(P. Nodelman, 2009).  Επίσης, σύμφωνα με τον Barthes (όπ. ανάφ. στο P., Nodelman, 2009): «σε γενικές γραμμές, όλες οι μιμητικές ‘τέχνες’ περιλαμβάνουν δυο μηνύματα: ένα νοούμενο μήνυμα, το οποίο είναι το ‘ανάλογον’(analogon) (δηλ. κυριολεκτική απεικόνιση της πραγματικότητας), και ένα υπονοούμενο μήνυμα, το οποίο είναι ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αναπαριστά, σε κάποιο βαθμό, αυτό που πιστεύει για το ‘ανάλογον’.  Δηλαδή, ο Barthes θεωρεί πως τόσο τα αντικείμενα που απεικονίζονται στην τέχνη, όσο και οι τρόποι με τους οποίους απεικονίζονται φέρουν πολιτιστικά νοήματα. Γι’ αυτό όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με κάποιο ύφος της τέχνης, συχνά δεν μπορούν να κατανοήσουν τι απεικονίζεται σε ένα έργο τέχνης.  Είναι σαν να προσπαθούν να κατανοήσουν μια γλώσσα δίχως να γνωρίζουν την γραμματική της (P. Nodelman, 2009).
  
Σύμφωνα με τους MacCann & Richard (όπ. ανάφ. στο P. Nodelman, 2009), τα μάτια των παιδιών, περισσότερο από των ενηλίκων, βλέπουν τη δήλωση του εικονογράφου στην ολότητά της, διότι ως ανεκπαίδευτα, αγνοούν το ύφος και την μόδα κι έτσι προσλαμβάνουν όλα όσα έχει να προσφέρει η σελίδα.

Βέβαια, είναι γεγονός ότι το ανεκπαίδευτο και «αθώο» μάτι βλέπει πολύ λιγότερα από το έμπειρο μάτι, αφού δεν γνωρίζει τις σημασίες που προέρχονται από το περιεχόμενο με συνέπεια να μην μπορεί τελικά να αντιληφθεί όλα όσα έχει να προσφέρει η σελίδα.
  

Σαφώς, μερικά παιδιά μπορεί όντως να βλέπουν τις εικόνες με αυτό τον τρόπο, αλλά σίγουρα δεν είναι αυτό το ζητούμενο.  Οι εικόνες λόγω της ίδιας τους της φύσης αλλά και του σκοπού τους, προσανατολίζονται σε νοηματικά στοιχεία (P. Nodelman, 2009).  Οι εικόνες λοιπόν για να γίνουν κατανοητές, προϋποθέτουν αναγνώστες που να είναι γνώστες κάποιων προϋποθέσεων και κάποιων συμφραζομένων.

Έτσι, τα μικρά παιδιά προκαλούνται κατά την ανάγνωση των εικόνων στην εκμάθηση της ιδιαίτερης γλώσσας, δηλ. των «σημάτων» που χρησιμοποιούν οι εικονογράφοι με τον δικό τους ιδιαίτερο επικοινωνιακό τρόπο, ώστε να εγκλωβίζουν μέσα σ’ αυτά τα σήματα τις ιδέες τους.  Η γλώσσα αυτή είναι αναπαραστατική και ταυτόχρονα συμβολική κι ο αναγνώστης της πρέπει να μυηθεί σιγά – σιγά στον οπτικό τρόπο γραφής ώστε να γίνει ικανός να αποκωδικοποιεί εικονικά σύμβολα και μηνύματα, για να αποκαλύψει την κρυμμένη ιδεολογία της.  Η διαδικασία εκμάθησης αυτής της γλώσσας αρχίζει από την προσχολική ηλικία (Μ.Δ. Κανατσούλη, 2004).  Παραδείγματος χάριν, οι λέξεις σε ένα εικονογραφημένο βιβλίο αποτελούν από μόνες τους οπτικά σύμβολα, που ένα παιδί το οποίο δεν γνωρίζει ακόμη να διαβάζει, πρέπει να μάθει ότι αυτά τα σημάδια δηλ. οι λέξεις σε μια σελίδα πρέπει να αντιμετωπίζονται ξεχωριστά από τα άλλα σημάδια και εικόνες (P. Nodelman, 2009).  Συνήθως, τα πρώτα εικονογραφημένα βιβλία για παιδιά προσχολικής ηλικίας, εξοικειώνουν το παιδί με ορισμένα βασικά στοιχεία, ώστε να μπορεί να κατανοεί και να παρακολουθεί την εξέλιξη μιας ιστορίας που αποδίδεται με εικόνες, λ.χ. το παιδί γνωρίζει πρώτα απ’ όλα μια βασική αρχή που σε γενικές γραμμές ισχύει στις εικονογραφήσεις των παιδικών βιβλίων όπως ότι τα ζώα ναι μεν διατηρούν τα δικά τους εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά συμπεριφέρονται ως άνθρωποι, είναι δηλαδή ανθρωπομορφικά.  Καθώς μεγαλώνει ο αναγνώστης – παιδί διευρύνει τις ικανότητές του να παρατηρεί και να συλλέγει πληροφορίες από την ανάγνωση μιας εικονογραφημένης ιστορίας.  Πλέον ο εικονογράφος στοχεύει στο να παρασύρει το παιδί σε μια πιο εξιχνιαστική και ερευνητική ανάγνωση της εικόνας που εκ των πραγμάτων είναι πιο δύσκολη (Μ.Δ. Κανατσούλη, 2004).
  
Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι μιλάμε για ανάγνωση των εικόνων, επειδή οι εικόνες των εικονογραφημένων βιβλίων καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο χώρο και φέρουν την ευθύνη της μετάδοσης των περισσότερων πληροφοριών.  Κι αυτό συμβαίνει διότι τα κείμενα είναι τόσο απλά ώστε θεωρούνται ουδέτερα τόνου, διηγούνται γεγονότα και καταστάσεις δίχως καμία σχεδόν αναφορά στα συναισθήματα των εμπλεκόμενων χαρακτήρων.
  
Τα κείμενα δηλαδή των εικονογραφημένων βιβλίων απλά δηλώνουν, ενώ η συναισθηματική πλευρά αυτού που δηλώνεται μεταβιβάζεται μέσω των εικόνων, οι οποίες με τη σειρά τους ενημερώνουν εκείνους που τις κοιτάζουν για τον τόνο της φωνής με τον οποίο θα διαβαστούν τα κείμενα και ποια στάση πρέπει εκείνοι να υιοθετήσουν.  Στην ουσία οι εικόνες υπονοούν στάσεις αποκλειστικά μέσω συστημάτων νοηματοδότησης που στοχεύουν στη δημιουργία συγκεκριμένων προσδοκιών από τους θεατές.  Τα συστήματα αυτά όπως αναφέρθηκε παραπάνω εξαρτώνται από τις προηγούμενες εμπειρίες μας.  Παραδείγματος χάριν, ο κάθε θεατής θα μπορούσε να συνδέσει τα φωτεινά χρώματα, όπως το κόκκινο, το κίτρινο, το πορτοκαλί, με το φως και τη ζεστασιά του ηλίου προσδοκώντας ότι ένα βιβλίο στο οποίο υπερισχύουν αυτά τα χρώματα θα είναι χαρούμενο. Οι εικονογράφοι συνήθως εκμεταλλεύονται τις συμβατικές προσδοκίες των θεατών ώστε να αποδώσουν τόνο και να υπονοήσουν στάσεις απέναντι στα λόγια που εικονογραφούν.

Συνοψίζοντας, οι γονείς, οι παιδαγωγοί και τα άτομα φροντίδας των παιδιών θα πρέπει να έχουν υπόψη πως η εικόνα και το κείμενο στα εικονογραφημένα βιβλία θα πρέπει να ανταποκρίνονται στο επίπεδο αντίληψης της ηλικίας των παιδιών που απευθύνονται. Έτσι, τα μικρά παιδιά προκαλούνται κατά την ανάγνωση των εικόνων στην εκμάθηση της ιδιαίτερης γλώσσας, δηλ. των «σημάτων» που χρησιμοποιούν οι εικονογράφοι με τον δικό τους ιδιαίτερο επικοινωνιακό τρόπο, ώστε να εγκλωβίζουν μέσα σ’ αυτά τα σήματα τις ιδέες τους και τα ηθικά διδάγματα τα οποία θα αποτελέσουν τροφή για σκέψη και προβληματισμό. Επίσης, ότι ο ρόλος της εικόνας είναι εφάμιλλος αν όχι σπουδαιότερος του κειμένου στα παιδικά εικονογραφημένα βιβλία προσχολικής ηλικίας.



Πηγές: 
Κανατσούλη, Μ.Δ. (2004). Ιδεολογικές Διαστάσεις Της Παιδικής Λογοτεχνίας, Αθήνα: Τυπωθήτω Δαρδάνος.
Nodelman, Ρ. (2009). Λέξεις για εικόνες, Η αφηγηματική τέχνη του παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου, μτφρ. Π. Πάνου, Αθήνα: Εκδ. Πατάκη.



Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

Ο μαγεμένος αυλός



Ένα διασκεδαστικό παραμύθι για μικρά παιδιά, με ένα πολύ διδακτικό μήνυμα, ότι η αδικία γεννά αδικία, αλλά πάντα η καλοσύνη νικά φέρνοντας την ισορροπία.


Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Η Τσαγιέρα

Ένα παραμύθι του Άντερσεν




"Το είδα, το στήριξα και μπροστά στην ομορφιά του ξέχασα ολότελα τον εαυτό μου. Δε μου είπε ούτε ένα ευχαριστώ, δε με συλλογίστηκε καθόλου.
Όλοι θαύμαζαν, όλοι εκθείαζαν το χρώμα, την ευωδιά του. Κι εγώ ήμουν όλο χαρά!"

Ένα παραμύθι που θίγει τη σημασία της εξωτερικής εμφάνισης, την προσπάθεια να μη φαίνονται τα ελαττώματα, την ανάγκη να πάρει χαρά και ικανοποίηση μέσα από τον θαυμασμό των άλλων και την απογοήτευση όταν χάνει πλέον κάθε αξία. Όμως, ακόμη και όταν βρίσκεται στο περιθώριο κι έχει χάσει όλα όσα είχε, δεν το βάζει κάτω. Συνειδητοποιεί ότι της έχουν μείνει οι αναμνήσεις και αυτές δεν μπορεί να τις πάρει κανείς. Όλα όσα έχουμε ζήσει και όλα όσα έχουμε περάσει στη ζωή, μας ανήκουν και είναι ολότελα δικά μας... παραμένουν για πάντα στο μυαλό και στην καρδιά μας...  💓



Διοργάνωση ομάδων και συμμετοχή σε πάρτι

Διοργάνωση ομάδων για παιδιά και ομάδων για ενήλικες, με βιωματικές ασκήσεις και ασκήσεις αυτογνωσίας, μέσω της αφηγηματικής μεθόδου- τεχνικής (αφήγηση παραμυθιών και διδακτικών ιστοριών). 

Συμμετοχή σε παιδικά πάρτι για αφηγήσεις παραμυθιών, που συνοδεύονται από ψυχαγωγικά- βιωματικά παιχνίδια.

Επικοινωνήστε μαζί μας για περισσότερες πληροφορίες:

Επικοινωνία: 6949866593
kouravanasnikos@gmail.com