Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

Το αρκουδάκι που δεν ζήλευε το αδερφάκι του

Της Ρένας Ρώσση – Ζαΐρη

 

Πρόκειται για ένα παραμύθι που μιλάει για ένα συναίσθημα που είναι χρωματισμένο με μια αρνητική χροιά, καθώς η ζήλεια είναι κάτι κακό. Δεν είναι ωραίο να ζηλεύουμε τους άλλους και φυσικά δεν είναι ωραίο να μας ζηλεύουν. 


Το παραμύθι αυτό μιλάει για τη ζήλεια ανάμεσα στα αδερφάκια, κάτι που αποτελεί ένα πολύ συχνό φαινόμενο και που παρατηρείται αν όχι πάντα, σε ένα πολύ υψηλό ποσοστό μέσα στις οικογένειες, ειδικά με την έλευση του δεύτερου παιδιού, λίγο πριν να γεννηθεί το δεύτερο αδερφάκι ή λίγο μετά τη γέννηση. Συνήθως μέχρι τη γέννηση το πρώτο παιδί δεν έχει καταλάβει και πολλά πράγματα, βλέπει φουσκωμένη την κοιλιά της μαμάς, ενδεχομένως να έχουν γίνει και συζητήσεις για την έλευση του νέου μέλους της οικογένειας, αλλά το πρώτο παιδί να μην είναι και τόσο σίγουρο για το τι ακριβώς πρόκειται να επακολουθήσει, ότι ένα αδερφάκι θα βγει μέσα από την κοιλιά της μαμάς και ότι θα ζει κι αυτό μέσα στο ίδιο σπίτι, ότι η μαμά κι ο μπαμπάς θα πρέπει να αφιερώνουν από εδώ και πέρα χρόνο στο νέο μέλος κι έτσι το πρώτο παιδάκι να χάσει την πρωτοκαθεδρία και την απόλυτη προσοχή που είχε από τους γονείς του.

Αυτή η απώλεια της πρωτοκαθεδρίας ουσιαστικά πυροδοτεί τα συναισθήματα ζήλειας για το νέο μέλος, διότι κάτι αλλάζει και αυτή η αλλαγή δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη, το να χάσει όλη την προσοχή των γονιών του, να πάψει να είναι το επίκεντρο όχι μόνο των γονιών, αλλά και των οικογενειακών φίλων, των συγγενικών προσώπων και άλλων σημαντικών ανθρώπων, όπως του νονού ή της νονάς οι οποίοι λογικό είναι να εκδηλώσουν περιέργεια και έντονο ενδιαφέρον για το νέο μωράκι που ήρθε στον κόσμο. Επομένως, δημιουργείται ένα πρόβλημα, ένα πρόβλημα που δεν γνωρίζουν όλοι πώς να το διαχειριστούν, διότι δεν έχει πάντοτε την ίδια μορφή και τις ίδιες εκφράσεις και εκδηλώσεις συμπεριφοράς από το πρώτο παιδάκι. Δηλαδή, ίσως να παρατηρήσουμε επιθετικότητα η οποία μπορεί να έχει ποικίλες διαβαθμίσεις.


Σε κάποιες οικογένειες η επιθετικότητα μπορεί να είναι λεκτική, σε άλλες να στρέφεται προς τους γονείς ή προς το μωρό αδερφάκι με τραβήγματα, με σπρωξίματα, με δαγκωνιές, με τσιμπήματα, με γροθιές κτλ ή ακόμη και με επιθετικότητα προς τον ίδιο τον εαυτό του. Κάποιες φορές η επιθετικότητα προς τον ίδιο τον εαυτό δεν είναι έκδηλη, ούτε άμεσα και εύκολα παρατηρήσιμη. Έτσι, το πρώτο παιδί μπορεί να ασχολείται υπερβολικά με το δέρμα του, τσιμπώντας το, ξύνοντάς το, εκδηλώνοντας συμπτώματα δερματιλομανίας όπως λέγεται επιστημονικά αυτή η διαταραχή ή μπορεί κάποιες φορές να ασχολείται υπερβολικά με το τριχωτό της κεφαλής του, τραβώντας τα μαλλιά του, οπότε εκδηλώνει συμπτώματα της διαταραχής της τριχοτιλλομανίας. Αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν μηχανισμούς καταπολέμησης του άγχους και του στρες που έχει προκληθεί από την νέα κατάσταση. Δηλαδή το ότι το πρώτο παιδί έχει παραγκωνιστεί και ξαφνικά το ενδιαφέρον δεν είναι το ίδιο όπως πριν με αποτέλεσμα το παιδί ίσως να σκεφτεί ότι κάτι έχει κάνει το ίδιο και δεν το αγαπούν πια, και με το να αυτοκατηγορεί τον εαυτό του, δημιουργεί μια απόσταση ανάμεσα σε ό,τι νιώθει για τον εαυτό του, αλλά και απόσταση από τους σημαντικούς του άλλους, δηλαδή τους γονείς του. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι γονείς οι ίδιοι δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν τις προεκτάσεις ενός τέτοιου προβλήματος. Δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν, τι να πουν στο παιδί τους για να το καθησυχάσουν και να το ηρεμήσουν, πώς να συμπεριφερθούν, ώστε να το διαβεβαιώσουν ότι δεν έχουν πάψει να το αγαπούν.

Οπότε, το εν λόγω παραμύθι είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να ειπωθούν κάποια πράγματα και να συζητηθούν με το πρωτότοκο παιδάκι. Η συζήτηση πάντα βοηθά στο να βρεθούν κάποιες λύσεις, εξομαλύνει τις αρνητικές σκέψεις και τις παρορμητικές συμπεριφορές, τα ξεσπάσματα βίας και θυμού. Το παιδί δεν νιώθει μόνο θυμό, αλλά και ένταση, νεύρα, θλίψη, απογοήτευση, στρες όπως αναφέραμε παραπάνω και απόγνωση. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ένα παιδί αισθάνεται και σκέφτεται διάφορα πράγματα, αλλά δεν έχει ακόμη κατακτήσει τον λεκτικό πλούτο που χρειάζεται ώστε να εκφράσει όλα όσα αισθάνεται και γι’ αυτό ξεσπά, δεν μπορεί να πει: μαμά, μπαμπά από τότε που ήρθε το μωράκι αισθάνομαι ζήλεια, θλίψη, παραγκωνισμό, ότι δεν με αγαπάτε πια. Σίγουρα το πρώτο παιδί αισθάνεται άσχημα, αλλά ούτε το ίδιο μπορεί να ερμηνεύσει το γιατί. Δηλαδή δεν θα κάτσει να αναλύσει τι συμβαίνει ή γιατί συμβαίνει, γιατί αισθάνεται έτσι και αν δεν του δοθεί η δυνατότητα να συζητήσει θα συνεχίσει να αισθάνεται άσχημα και να κάνει αρνητικές σκέψεις, δεν θα αλλάξει κάτι. 


 

Κάποιες φορές οι γονείς επιλέγουν να πάρουν κάποια μέτρα καταστολής της επιθετικότητας του πρώτου παιδιού καταφεύγοντας στον ξυλοδαρμό, ξεχνώντας ότι η βία δεν καταπολεμάται με τη χρήση βίας. Ο ξυλοδαρμός δεν είναι λύση και κάνει τα πράγματα πάντα χειρότερα. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι συμπεριφορές διδάσκονται, όπως και τα συναισθήματα. Τα παιδιά μιμούνται τους μεγάλους. Οι γονείς οφείλουν να μάθουν στο παιδί ότι δεν πρέπει να ζηλεύει το αδερφάκι του, ότι πρέπει να το αγαπά για πολλούς λόγους.

Για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους θα είναι μαζί, και αυτό το «μαζί» γιατί να μην είναι όμορφο; Γιατί να μην είναι ξεχωριστό; Οι αναμνήσεις από την συντροφικότητα των αδελφών θα μείνουν ανεξίτηλες στη μνήμη τους για πάντα. Χτίζοντας μια καλή σχέση από μικρά, τα αδέλφια μπορούν να κρατήσουν αυτή την αδελφική σχέση για μια ζωή και να είναι ο ένας αρρωγός του άλλου, να είναι μαζί και στα εύκολα και στα δύσκολα, και στα ευχάριστα, αλλά και στα δυσάρεστα. Να στηρίζουν ο ένας τον άλλον, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, να υπάρχει δηλαδή ανιδιοτελής αγάπη, χωρίς συμφέρον. Να χτίζεται μια σχέση ειλικρίνειας, ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, μια σχέση με γερές βάσεις. 


 

Αλλά για να υπάρξει μια σχέση με γερές βάσεις, θα πρέπει από μικρά τα αδέλφια να μάθουν να αγαπούν το ένα το άλλο, να μην υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά ευγενής άμιλλα. Ο ανταγωνισμός δημιουργεί απόσταση, ψυχρότητα, ζήλεια, φθόνο. Συνεπώς, θα προτείναμε αυτό το βιβλίο, το οποίο έχει πολύ ωραία εικονογράφηση και με ένα πολύ όμορφο κι έξυπνο τρόπο περνάει το μήνυμα ότι αν δεν ζηλεύεις το αδελφάκι σου, μπορείς να ζήσεις πιο όμορφα, πιο δημιουργικά, με αγάπη και με στιγμές που θα είναι μοναδικές και που κανένας δεν θα μπορεί να στις κλέψει. Η ευτυχία δεν είναι κάτι που το βρίσκεις, αλλά κάτι που το χτίζεις. Όμως, όχι μόνος… με παρέα! Καλή ανάγνωση!

 

 

Ρένα Ρώσση – Ζαΐρη. Το αρκουδάκι που δεν ζήλευε το αδερφάκι του.

Εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση. Εκδόσεις Μίνωας

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.   

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Διαβάζοντας: «Ο Γαργαντούας»

Ίσως να έχετε ακούσει το επίθετο «γαργαντούας», το οποίο κάποιοι το χρησιμοποιούν για να περιγράψουν εκείνον που ζει στην ευμάρεια ή που απλώς τρώει πολύ. Το επίθετο «γαργαντούας» έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας από την εποχή του Φρανσουά Ραμπελαί (1484-1553) από το ομώνυμο μυθιστόρημά του, αν κι εκείνη την περίοδο ο όρος «πανταγκρυελισμός» ήταν σε ευρύτατη χρήση. Ο Γαργαντούας και ο υιός του, ο Πανταγκρυέλ, είναι μυθιστορήματα που πραγματεύονται την ιστορία μιας γενεάς γιγάντων, συνεχίζοντας έτσι την μεσαιωνική λογοτεχνική παράδοση που τους θέλει υπερτροφικούς, γλεντζέδες ουμανιστικής αγαθότητας (Βάρσος, 1999). Οι γίγαντες του Ραμπελαί δεν ήταν δική του επινόηση, αλλά τους δανείστηκε από τα Γαργαντούεια χρονικά (Chroniques Gargantuines), δηλαδή από ένα περιπετειώδες ιπποτικό μυθιστόρημα, μέσα από το πλήθος που κυκλοφορούσαν στα τέλη του Μεσαίωνα (Benoit Dusausoy & Fontaine, 1999). 

 


Οι γίγαντες αυτοί είναι άνθρωποι υπερβολικών διαστάσεων, με πολύ ιδιαίτερη και συνάμα εκλεκτική σχέση με το φαγητό και το ποτό. Παρά το γεγονός ότι είναι γίγαντες και συνήθως τους γίγαντες τους έχουμε συσχετίσει με το φόβο, το δέος λόγω του μεγέθους τους και ίσως και με την κακότητά τους όπως λόγου χάρη τον Κύκλωπα Πολύφημο, οι εν λόγω γίγαντες είναι καλοί και αγαθοί, φιλοπερίεργοι, εραστές της καλής ζωής και της περιπέτειας, αλλά επίσης πρόθυμοι να βοηθούν όπου παραστεί ανάγκη. Το μυθιστόρημα του Ραμπελαί είναι πολυσυζητημένο καθώς αποτελεί παρωδία, δηλαδή αποσκοπεί σε ένα κωμικό αποτέλεσμα, όπου η λογοτεχνία ειρωνεύεται τον ίδιο της τον εαυτό. Με όχημα το γέλιο και με γλώσσα κάποιες φορές σατιρική, κάποιες φορές χυδαία, ο Ραμπελαί επιχειρεί να μετατρέψει τους γίγαντές του σε «σύμβολα της μεγάλης, της γιγαντιαίας αξίας που ο ουμανισμός αποδίδει στον άνθρωπο και σε όλες τις διαστάσεις, υλικές και πνευματικές της επίγειας ζωής του, σύμβολα καθόλου απαλλαγμένα και από μια ειρωνική πλευρά, που υπονοεί μια επιφύλαξη απέναντι στον γιγαντισμό του ουμανιστικού ανθρώπινου προτύπου» (Βάρσος, 1999). 


Η σατιρική και αθυρόστομη γλώσσα του Ραμπελαί, αλλά και το περιεχόμενο όσων έγραψε, προφανώς ενόχλησε την Καθολική Εκκλησία η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν σε διαρκή ένταση με την ουμανιστική λογιοσύνη κι έτσι το έργο του καταδικάστηκε από τις αρχές, κυρίως για την αντι – εκκλησιαστική στάση του. Παρά το γεγονός αυτό, η τύχη του συγγραφικού του έργου τυγχάνει μεγάλης αναγνώρισης και μάλιστα σημειώνει τέτοια επιτυχία που είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθούν δυο ακόμη συνέχειες και ο Ραμπελαί να παγιώσει τη θέση του στον θεσμό της πεζογραφικής λογοτεχνίας από την εποχή του ως και σήμερα (Βάρσος, 1999).

Πέραν όλων αυτών, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο Ραμπελαί εκτός από καλόγερος στο Τάγμα των Βενεδικτίνων κι έπειτα κοσμικός ιερέας, σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονπελιέ (Ραμπελαί, 2004) και ως ουμανιστής αλληλογραφούσε με τον Guillaume Budé και τον Έρασμο, των οποίων είχε μελετήσει τα έργα (Benoit Dusausoy & Fontaine, 1999) και προφανώς το έπος των γιγάντων του δεν το έγραψε αναζητώντας την διασκέδαση, αλλά μέσα από το κωμικό στοιχείο προβάλλει το αίτημα «μιας νέας εικόνας ζωής και των διαστάσεών της (Βάρσος, 1999). 


 

Ο Γαργαντούας που αποτελεί ελεύθερη μετάφραση του Χάρη Σακελλαρίου και που απαλλαγμένο από την αθυρόστομη γλώσσα και σε μορφή παραμυθιού, απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους και θα λέγαμε ότι αποτελεί μια καλή ευκαιρία για μια πρώτη επαφή με το έργο του Ραμπελαί, ταξιδεύοντας τον αναγνώστη σε μια μακρινή εποχή, αυτή του τέλους του Μεσαίωνα, που όμως παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την σημερινή καθιστώντας το έργο του διαχρονικό και επίκαιρο. Στα πλεονεκτήματα του βιβλίου θα πρέπει οπωσδήποτε να προσμετρηθεί η καταπληκτική εικονογράφηση του Βασίλη Γρίβα.  

 


 

Βιβλιογραφία

Βάρσος, Γ. (1999). Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας (Τόμ. Α’). Πάτρα: ΕΑΠ.

Benoit Dusausoy, A. & Fontaine, G. (1999). Ευρωπαϊκά Γράμματα. Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας (Τόμ. Α’). Αθήνα: Σόκολη.  

Ραμπελαί, Φ. (2004). Ο Γαργαντούας. (Διασκευή: Χ. Σακελλαρίου). Αθήνα: Μικρή Μίλητος.

 



Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Διαβάζοντας: Ο παππούς μας άφησε…

  του Φιλίππου Μανδηλαρά

Δυστυχώς, έρχεται η στιγμή πολλές φορές που οι γονείς ή οι κηδεμόνες των παιδιών πρέπει να εξηγήσουν το τι συνέβη στον παππού και πλέον δεν θα είναι κοντά τους. Αρκετά συχνά συμβαίνει οι ενήλικες να μην είναι προετοιμασμένοι για ένα τόσο σοβαρό συμβάν όπως είναι η απώλεια, λόγω θανάτου και να αισθάνονται αμήχανα για το πώς θα εξηγήσουν στα παιδιά τι είναι ο θάνατος και που πηγαίνει αυτός που έφυγε. Πολλά ερωτηματικά έρχονται στην επιφάνεια σχετικά με το πώς θα ειπωθεί ένα τέτοιο γεγονός, πότε θα πρέπει να ειπωθεί, αν θα ειπωθεί η αλήθεια ή ένα ψέμα το οποίο θα είναι ίσως λιγότερο τραυματικό για τις ευαίσθητες παιδικές ψυχούλες. 

 

Το παραμύθι αυτό, λοιπόν, μέσα από ένα πολύ προσεγμένο τρόπο διαπραγματεύεται το ζήτημα του θανάτου του παππού, που συνήθως αποτελεί ένα πολύ αγαπητό συγγενικό πρόσωπο. Μέσα από μια συγκινητική ιστορία δίνεται το μήνυμα στα παιδιά ότι καταρχάς δεν είναι μόνα, εφόσον και άλλα παιδάκια βιώνουν το ίδιο και κατά δεύτερον ότι ο θάνατος του παππού είναι κάτι το φυσιολογικό και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με θάρρος και δύναμη. 

 


Αυτό το θάρρος και η δύναμη μπορούν να αντληθούν και να αποκτηθούν αν μεταλαμπαδεύσουμε στα παιδιά την πεποίθηση ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι οι στιγμές που πέρασαν με τον παππού. Όσο τα παιδιά θα κρατούν άσβεστες τις αναμνήσεις μέσα στο νου και την καρδιά τους, θα είναι σαν ο παππούς να μην πέθανε ποτέ!

Πρόκειται για ένα καλογραμμένο βιβλίο που αναμφισβήτητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ένα εργαλείο που θα δώσει την ευκαιρία να συζητηθεί το ζήτημα του θανάτου ενός τόσο προσφιλούς για τα παιδιά προσώπου όπως ο παππούς. Μέσα από το παραμύθι το παιδί μπορεί να ανακουφιστεί ψυχικά, να νιώσει ότι απαλύνεται ο πόνος του και να παρηγορηθεί. Εξάλλου, αυτός είναι και ο ετυμολογικός ορισμός της λέξης παραμύθι, που προέρχεται από τη λέξη παραμυθία η οποία σημαίνει παρηγοριά. 


 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

 


 

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Ο Παγουλίνος, ένα παραμύθι για την διαφορετικότητα

Κάποιες φορές ένα διαφορετικό μας χαρακτηριστικό γίνεται αντικείμενο συζήτησης από τους άλλους και ίσως όχι σπάνια γίνεται αντικείμενο για να μας υποτιμήσουν, να μας διακωμωδήσουν ή και να μας γελοιοποιήσουν. Η ιδιομορφία μας ή η ιδιαιτερότητά μας, είτε αυτή είναι έμφυτη είτε επίκτητη, είτε είναι στο σώμα μας είτε στη συμπεριφορά μας αποτελεί αφορμή για να γίνουμε δακτυλοδεικτούμενοι, για να μας επικρίνουν, να μας απορρίψουν, να μας περιθωριοποιήσουν, να μας μετατρέψουν στον αποδιοπομπαίο τράγο όπου θα ρίξουν το ανάθεμα. Οι ομάδες πάντα κατασκευάζουν αποδιοπομπαίους τράγους, άτομα δηλαδή που συνήθως είναι αδύναμα και όχι και τόσο ικανά να αμυνθούν, να εκφράσουν το δίκιο τους. Η ανάγκη για την άνιση αυτή κοινωνική μεταχείριση ψάχνει για επισημάνσεις των διαφορών ώστε να δημιουργήσει από το τίποτα διαχωριστικές γραμμές του τύπου: «Εμείς και οι Άλλοι», διαστρεβλώνοντας και παραποιώντας την πραγματικότητα, καταλήγοντας σε αυθαίρετες γενικεύσεις.


Έτσι, γεννιέται ο ρατσισμός και οι αξιολογικές διακρίσεις στο δίπολο «ανώτερος- κατώτερος». Με αυτόν τον τρόπο, τα άτομα, αλλά και ολόκληρες ομάδες ατόμων εγκλωβίζονται στην παγίδα ανελαστικών και ξεπερασμένων αντιλήψεων ή κανόνων καλλιεργώντας το αναίτιο μίσος για τους άλλους, για τους διαφορετικούς από εμάς, προσβάλλοντας την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια, αυξάνοντας την επιθετικότητα, την εχθρότητα, την εγκληματικότητα και τον κοινωνικό ανταγωνισμό.

Όλα τα παραπάνω θα ήταν αδύνατο να τα αντιληφθούν τα παιδιά που θα διαβάσουν τον «Παγουλίνο». Όμως, πάντα τα παραμύθια γίνονται αφορμή για να συζητηθούν πολλά περισσότερα πράγματα και σκέψεις από όσα είναι γραμμένα στις σελίδες ενός βιβλίου. Το εν λόγω βιβλίο αντιμετωπίζει με μια ιδιαίτερη ευαισθησία το ζήτημα της διαφορετικότητας και περνά μηνύματα σχετικά με το πώς το πλάσμα που είναι διαφορετικό αντιμετωπίζεται από τους άλλους, πώς η στάση των άλλων επηρεάζει τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις του, πως εκτιμάμε κάποιον όταν τον χάσουμε, πως η αγάπη, το ενδιαφέρον, η τόλμη για αλλαγή, ο σεβασμός και η αναγνώριση μπορούν να γίνουν γροθιά απέναντι στην περιθωριοποίηση και τον ρατσισμό.



Ανεξαρτήτως ικανοτήτων και ιδιαιτεροτήτων, όλοι είμαστε ίσοι και χρήσιμοι στον ανάλογο τομέα. Βιβλία, όπως ο «Παγουλίνος» γράφτηκαν για να διατρανώσουν το μήνυμα, ότι διαφορετικός δε σημαίνει μειονεκτικός ή ανίκανος κι επίσης ότι όλοι μας έχουμε ευθύνη να εγκαταλείψουμε αναχρονιστικές απόψεις για τους διαφορετικούς και ως κοινωνία να αγκαλιάζουμε και να μεριμνούμε για τα διαφορετικά μέλη της.

 

Πηγή:

Ο Παγουλίνος των Monica Miceli & Giulia Aldovini. Εκδόσεις: Αστέρης Δεληθανάσης.



Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Δύο θεραπευτικά παραμύθια...

 Η Χρυσομαλλούσα και το μαγικό στέμμα.

Λίνα, η γλυκιά κροκοδειλίνα.

Γράψαμε δύο παραμύθια για μικρά παιδιά, αν και πιστεύουμε ότι το παραμύθι δε θα έπρεπε να έχει ηλικία, καθώς όλοι κρύβουμε ένα μικρό παιδί μέσα μας και μπορεί το παραμύθι να αγγίξει ορισμένες καλά κρυμμένες πτυχές του εαυτού μας…

Πρόκειται για δύο θεραπευτικά παραμύθια καθώς αφορούν σε «αυτοκαταστροφικές» και παρορμητικές συμπεριφορές, που όλοι μπορεί να εμφανίσουμε κάποια στιγμή στη ζωή μας λόγω του άγχους και άλλων στρεσογόνων ή τραυματικών καταστάσεων. Οι συμπεριφορές αυτές είναι πιο συχνές στην παιδική και εφηβική ηλικία και μπορεί να είναι περιστασιακές. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις δεν είναι τόσο αθώες και άκακες και έχουν επιπτώσεις στη συνολική ζωή του ατόμου.

Αφιερωμένο σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουμε συναντήσει αυτά τα χρόνια από την πλευρά του θεραπευτή και που αποτέλεσαν το έναυσμα για να εμπνευστούμε αυτά τα παραμύθια…

Ευχόμαστε να αποτελέσει αφορμή για συζήτηση με τα παιδιά ή προβληματισμό για τους ενήλικες…

 



Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Η βιβλιοφάγος κάμπια


Η βιβλιοφάγος κάμπια δεν είναι μια συνηθισμένη κάμπια, όπως όλες οι άλλες, καθώς, πριν φάει τα βιβλία, τα διαβάζει πρώτα. Αυτή της η συμπεριφορά θα προκαλέσει το ενδιαφέρον και όχι μόνο… όλου του χωριού. Θα σχολιαστεί, θα χλευαστεί, και θα απομονωθεί για τη φιλομάθειά της. Τελικά, θα βρει το κουράγιο και τη δύναμη να αντιμετωπίσει όλο αυτόν τον ψυχολογικό πόλεμο που υφίσταται από τις άλλες κάμπιες;






Πρόκειται για ένα θεραπευτικό παραμύθι που διαπραγματεύεται τη ζήλεια, τον φθόνο, την κακία,  την κοινωνική απομόνωση, τις διαπροσωπικές και φιλικές σχέσεις αλλά και τη διαφορετικότητα, τη φιλομάθεια και την πίστη στον εαυτό αλλά και στις προσωπικές επιλογές. Οι επιλογές που έκανε η βιβλιοφάγος κάμπια δεν ήταν εύκολες, καθώς απαιτούσαν μόχθο και κόπο. Πολλές φορές όταν οι άλλοι δεν μπορούν να κοπιάσουν το ίδιο, εκδηλώνουν τη ζήλεια τους, κατηγορώντας αυτόν που μοχθεί… 


Τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από το παραμύθι ότι η διαφορετικότητα ακόμη και όταν σχετίζεται με κάτι θετικό δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη από τους άλλους. Τέτοιου είδους συμπεριφορές συναντάμε πολύ συχνά σήμερα στα σχολεία, με τη μορφή του εκφοβισμού (bullying). Βλέπουμε, π.χ. ότι οι καλοί μαθητές αποκαλούνται με μειωτικούς όρους και επίθετα, όπως σπασικλάκια, φυτά, κ.α. Το μήνυμα όμως του παραμυθιού είναι ελπιδοφόρο: Άσε τους άλλους να λένε και επικεντρώσου στον εαυτό σου, στους στόχους και στα όνειρά σου. Και τότε… αργά ή γρήγορα θα ανταμειφθείς.  


Συγγραφέας και αφηγητής: Κουραβάνας Νίκος, Πολιτισμιολόγος, MSc.

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Η σημασία της ηλικίας για τη νοητική πρόσληψη των εικονογραφημένων βιβλίων


Η εικόνα και το κείμενο στα εικονογραφημένα βιβλία θα πρέπει να ανταποκρίνονται στην αντιληπτικότητα της ηλικίας στην οποία απευθύνονται (Βικάλη – Συρογιαννοπούλου, 1990, όπ. ανάφ. στο Ε. Κανταρτζή, 2002).

Κάποιοι μελετητές, όπως οι Sulla, Burt & Worf θεώρησαν ότι η πορεία της εικαστικής έκφρασης περνάει από διάφορα στάδια. Σύμφωνα με τον Luquet (όπ. ανάφ. στο Ε. Κανταρτζή, 2002), αυτά τα στάδια είναι τα εξής:

1) το στάδιο του «τυχαίου ρεαλισμού» στο οποίο τα παιδιά 2 – 4 χρόνων, απλώς μουτζουρώνουν, δείχνοντας κάποιο ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα. 

2) Το στάδιο του «ελλιπούς ρεαλισμού στο οποίο τα παιδιά 4 – 6 χρόνων, προσπαθούν να αναπαράγουν την εικόνα, εφόσον έχουν ανακαλύψει τη σχέση εικόνας και αντικειμένου, και έχοντας ως αγαπημένο μοτίβο το ανθρώπινο σχήμα.

 3) Το στάδιο του «διανοητικού ρεαλισμού», στο οποίο τα παιδιά 7 – 8 χρόνων παριστάνουν όχι αυτά που βλέπουν, αλλά ό,τι θυμούνται και όλα όσα γνωρίζουν γι’ αυτά, π.χ. ζωγραφίζουν το ανθρώπινο προφίλ με δυο μάτια, το σπίτι σαν να είναι διάφανο κτλ. 

4) Το στάδιο του «οπτικού ρεαλισμού», στο οποίο τα παιδιά 9 – 10 χρόνων ζωγραφίζουν τείνοντας να μιμηθούν τη ζωγραφική των ενηλίκων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του Γ. Δ. Κιτσαρά (1993), ο οποίος αναφέρει ότι η παιδική ηλικία θα μπορούσε να διαιρεθεί σε δυο περιόδους, οι οποίες έχουν άμεση σχέση με την αναλογία εικόνας και κειμένου στα εικονογραφημένα βιβλία.  Η πρώτη περίοδος καλύπτει την ηλικία των 3 – 3 ½ έως 7 χρόνων, η οποία καλείται ως «ηδονοκρατική» περίοδος.  Η περίοδος αυτή υποδιαιρείται σε προσχολική και πρωτοσχολική, όπου οι συμβολιστικοί μηχανισμοί βρίσκονται στο στάδιο της εξέλιξης.  Σε αυτή την ηλικία, το παιδί ελάχιστα ενδιαφέρεται για το κείμενο και τον λόγο και δίνει μεγαλύτερη προσοχή στα οπτικά – εικαστικά σύμβολα, τα οποία όταν είναι ποιοτικά, ανταποκρίνονται στην αντιληπτική του ικανότητα και κυριαρχούν τα ζεστά και φωτεινά χρώματα, τα οποία σαγηνεύουν το παιδί.

Η δεύτερη περίοδος καλύπτει την ηλικία των 7 – 14 χρόνων, η οποία καλείται και ως «λυτρωτική» περίοδος.  Σε αυτή την περίοδο το παιδί επιζητεί όλο και περισσότερο κείμενο, χωρίς να το αφήνει αδιάφορο και η εικονογράφηση.  Αξίζει να έχουμε κατά νου ότι η σχέση εικόνας – κειμένου στο εικονογραφημένο βιβλίο είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας του παιδιού (Γ. Δ. Κιτσαράς, 1993).

Τα παραπάνω, λοιπόν, εξηγούν ότι ο τρόπος που τα παιδιά αντιλαμβάνονται τις εικόνες και το κείμενο διαφέρει και εξαρτάται από την ηλικία και γι’ αυτό είναι σημαντικό εμείς οι γονείς ή οι εκπαιδευτικοί κ.τ.λ. να διακρίνουμε τα βιβλία που θέλουμε να προσφέρουμε στα παιδιά ανάλογα με την ηλικία τους, δίχως βέβαια αυτό να γίνεται με απόλυτο, επιτακτικό ή περιοριστικό τρόπο. Δεν πρέπει λόγου χάρη να μαλώνουμε ένα παιδί που επιθυμεί να ξεφυλλίσει το βιβλίο που ανήκει στο μεγαλύτερης ηλικίας αδελφάκι του, αλλά με χαμόγελο και με ένα ευχάριστο τρόπο μπορούμε να καθοδηγούμε το παιδί προς τα πιο κατάλληλα για την ηλικία του βιβλία.

Πηγές: 
Ε., Κανταρτζή, 2002, Ιστορική Αναδρομή Της Εικονογράφησης Των Παιδικών Και Σχολικών Βιβλίων, Αθήνα, Εκδ. Οίκος Αδελφών Κυριακίδη.

Γ., Δ., Κιτσαράς, 1993, Το εικονογραφημένο Βιβλίο Στη Νηπιακή Και Πρωτοσχολική Ηλικία, Μία θεωρητική Και Εμπειρική Προσέγγιση, Αθήνα, Εκδ. Παπαζήση.